Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Μπενιάτα Ελένη
Θέμα: «Με ποιο τρόπο μπορεί να ενταχθούν οι Νέες Τεχνολογίες στην εκπαίδευση, ώστε η εισαγωγή τους να επιφέρει αποτελεσματικότερη μάθηση, αλλά και εκμάθηση νέων δεξιοτήτων.»

Η εισαγωγή της Πληροφορικής και των Τ.Π.Ε. στην εκπαίδευση, αποδεικνύεται αρκετά σύνθετη, καθώς θα πρέπει ανταποκρίνεται στις σύγχρονες θεωρήσεις για τις ΤΠΕ και το ρόλο τους στην Εκπαίδευση (συγκεκριμένα για αποτελεσματικότερη διδασκαλία και μάθηση, καθώς και εκμάθηση νέων δεξιοτήτων ).
Τα τελευταία χρόνια έχει ιδιαίτερα αναπτυχθεί διεθνώς μια πολύ σημαντική αντίληψη, η οποία αποτελεί τη σύνθεση των διαφόρων μοντέλων πάνω στα οποία στηρίχθηκε διαδοχικά η ένταξη των ΝΤ στην εκπαίδευση (το τεχνοκρατικό, το ολιστικό και το πραγματολογικό). Σύμφωνα με τη νέα αυτή θεώρηση, οι ΤΠΕ εξετάζονται όχι μόνο ως μέσα, ως απλά, δηλαδή, διδακτικά εργαλεία για την παρουσίαση και διαπραγμάτευση εννοιών στα πλαίσια συγκεκριμένων δραστηριοτήτων, αλλά μέσα σε ένα γενικότερο παιδαγωγικό και διδακτικό πλαίσιο, στο οποίο εντάσσονται και το οποίο, οι ΤΠΕ με τη σειρά τους, συνδιαμορφώνουν.
Συνεπώς, μέσα από αυτό το πρίσμα, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ένταξη των ΝΤ στην εκπαίδευση αποτελεί καινοτομία, όχι μόνο γιατί εισάγουν την Τεχνολογία στη διδακτική πράξη, αλλά γιατί την εισάγουν επιπλέον σε ένα καινοτόμο διδακτικό πλαίσιο. Άρα, με ένα γενικό τρόπο, η διδακτική αποτελεσματικότητα των ΤΠΕ, η βελτίωση δηλαδή του αποτελέσματος μιας διδασκαλίας (με όποιον τρόπο και να εκτιμάται αυτή η βελτίωση), είναι αποτέλεσμα όχι μόνο της χρήσης αυτών καθαυτών των ΤΠΕ, αλλά της χρήσης των ΤΠΕ μέσα σε κατάλληλα διδακτικά πλαίσια, σε σχεδιασμένες διδακτικές καταστάσεις.
Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να έχει μια ουσιαστική γνώση αυτού του νέου τρόπου αντιμετώπισης της διδασκαλίας και της μάθησης, δεν αρκεί, δηλαδή, απλά να γνωρίζει τις παιδαγωγικές, ψυχολογικές και διδακτικές θεωρίες, αλλά πρέπει να συμβάλλει κατά τρόπο ουσιαστικό στην σχεδίαση των διδασκαλιών με μια ριζικά διαφορετική θεώρηση της διδασκαλίας και της μάθησης. Για παράδειγμα το λογισμικό για το μάθημα των Φυσικών Επιστημών που σχεδιάζεται σύμφωνα με το εποικοδομητικό μοντέλο δίνει αυτονόητα τη δυνατότητα στο μαθητή (πχ μέσω μιας προσομοίωσης ) να εκτελέσει πειράματα, να πραγματοποιήσει μετρήσεις, να αναπαραστήσει με γραφική παράσταση την εξέλιξη ενός φαινομένου κλπ. Αυτό όμως από μόνο του δε σημαίνει αποτελεσματική μάθηση, αλλά ότι το μάθημα, το διδακτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα γίνει χρήση και ένταξη αυτού του ψηφιακού υλικού θα έχει σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να λαμβάνει υπόψη πχ τις προϋπάρχουσες ιδέες των μαθητών, να τους δίνει τη δυνατότητα πειραματισμού, δοκιμών, επαλήθευσης/διάψευσης εικασιών, υποθέσεων, , καθώς και μεταγνωστικών λειτουργιών.
Από την άλλη μεριά η ένταξη των ΤΠΕ στη διδακτική πράξη απαιτεί την εκμάθηση/απόκτηση νέων δεξιοτήτων από τους μαθητές (και κατ’ επέκταση από τους εκπαιδευτικούς). Για παράδειγμα, η αναζήτηση πληροφοριών (οι στρατηγικές αναζήτησης, η αξιολόγηση της πληροφορίας, ο ηθικός κώδικας που διέπει το εντοπιζόμενο υλικό - όπως είναι το Copyright και η χρήση πηγών χωρίς αναφορά – το άκριτο copy-paste κειμένων) απαιτεί μια σειρά νέων δεξιοτήτων, αντιλήψεων και στάσεων στις οποίες πρέπει οι μαθητές σταδιακά να μυηθούν.
Ως αποτέλεσμα, συνεπώς, της ένταξης των ΤΠΕ στην εκπαίδευση φαίνεται να διαμορφώνεται όχι απλά ένα νέο εκπαιδευτικό τοπίο που μεταβάλλει τη διδασκαλία και τη μάθηση, αλλά μια διαφορετική αντίληψη και για το ίδιο το αντικείμενο της εκπαίδευσης. Ο όρος του Πληροφορικού ή ψηφιακού γραμματισμού υποδεικνύει ακριβώς αυτή τη διαφορετική θεώρηση για τα αντικείμενα της μάθησης – για παράδειγμα ο μαθητής δεν αρκεί να μπορεί μόνο να κατανοεί τον έντυπο λόγο και να παράγει γραπτό λόγο με συγκεκριμένες προδιαγραφές, αλλά επιπλέον και να κατανοεί τον πολυτροπικό ψηφιακό λόγο και να παράγει επίσης κείμενα στα νέα ψηφιακά περιβάλλοντα (τεχνολογικά και κοινωνικά περιβάλλοντα).
Ο ρόλος του δασκάλου σ’ αυτή τη νέα θεώρηση συνεπάγεται επίσης αλλαγές: Οι μαθητές θα πρέπει να μάθουν να χρησιμοποιούν με ορθό και ασφαλή τρόπο τα νέα ψηφιακά μέσα και οι εκπαιδευτικοί να τους το διδάξουν. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκμάθηση αυτών των νέων δεξιοτήτων είναι η απόκτηση από τη μεριά των εκπαιδευτικών μιας ολοκληρωμένης αντίληψης του νέου πλαισίου που διαμορφώνεται, ώστε να είναι σε θέση να καθοδηγήσουν και να στηρίξουν αποτελεσματικά το μαθητή. Σ΄ αυτό το πλαίσιο ο εκπαιδευτικός δεν περιορίζεται στο ρόλο του διευκολυντή της μάθησης, αλλά θα πρέπει να λειτουργήσει σε ένα ευρύτερο κοινωνικό και επικοινωνιακό πλαίσιο, όπου εκτός από πολίτης που διαθέτει άποψη και μετέχει στα κοινά σε θέματα αιχμής, (πχ αμφισβητούμενα κοινωνικοεπιστημονικά θέματα, όπου εκτός από τη γνώση, η ηθική, οι στάσεις και οι αξίες παίζουν αποφασιστικό ρόλο), θα χρειαστεί να διαπαιδαγωγήσει και τους μαθητές του.
Για το λόγο αυτό σήμερα φαίνεται να έχουν υποχωρήσει οι δυο προβληματικές, που αναπτύχθηκαν διεθνώς και αντιμετώπιζαν το πρόβλημα σε μια διαφορετική βάση: αρχικά αναπτύχθηκε η έννοια των βασικών δεξιοτήτων στην Πληροφορική, δηλαδή στη διαχείριση της πληροφορίας, που υποκαταστάθηκε σταδιακά από τις δεξιότητες χειρισμού Η.Υ. Σήμερα γίνεται λόγος για Πληροφορική «ευχέρεια» (fluency) – δηλαδή από δεξιότητες που είναι και πολύ πιο διευρυμένες, αλλά και πολύ πιο βαθιές και συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτό που παραπάνω περιγράψαμε ως Πληροφορικό ή ψηφιακό γραμματισμό .
Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η εισαγωγή των ΤΠΕ στην εκπαίδευση συνεπάγεται νέα περιβάλλοντα μάθησης που απαιτούν αλλαγές στο παιδαγωγικό και διδακτικό πλαίσιο της διδασκαλίας και της μάθησης και δημιουργεί νέους ρόλους, μεθοδολογίες και πρακτικές. Στο πλαίσιο αυτό η προσπάθεια για αποτελεσματικότερη μάθηση και εκμάθηση νέων δεξιοτήτων, η απόκτηση δηλαδή ψηφιακού γραμματισμού, αποσκοπεί στην ανάπτυξη της κριτικής και δημιουργικής σκέψης, σύνθετων διεργασιών σκέψης, καθώς και στην επίλυση αυθεντικών προβλημάτων μάθησης.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΕΑΙΤΥ, (2007). Επιμορφωτικό υλικό για την εκπαίδευση των επιμορφωτών στα Πανεπιστημιακά Κέντρα Επιμόρφωσης. ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ, Άξονας Προτεραιότητας 2, Μέτρο 2.1, Γενικό μέρος, τ. 1.

Κουμαράς κ.ά. (επιμ.) (1998) . Πρακτικά 1ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Διδακτικής των Φ.Ε. και Νέων Τεχνολογιών στην εκπαίδευση. Εκδ. Χριστοδουλίδη Θες/νίκη.

Μικρόπουλος Τ., (2000). Εκπαιδευτικό λογισμικό. Θέματα σχεδίασης και αξιολόγησης λογισμικού υπερμέσων. Εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα.

Μπισδικιάν Γκ. &. Ψύλλος Δ., (2001). Τα πολυμέσα στη διδασκαλία των Φυσικών Επιστημών. Σημειώσεις Μεταπτυχιακού Προγράμματος. ΠΤΔΕ - ΑΠΘ, Θεσ/νίκη

Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Επιμορφωτικό υλικό Γενικού μέρους του Προγράμματος Σπουδών για την Εκπαίδευση των Επιμορφωτών. ΤΠΕ και Θεωρίες μάθησης – Οι ΤΠΕ ως καινοτόμος δράση.

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ




ΜΠΕΝΙΑΤΑ ΕΛΕΝΗ:
Σχολική Σύμβουλος 2ης Περιφέρειας Φθιώτιδας
e-mail: eleni_beniata@yahoo.gr








Λαμία, 21/4/2008



ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή
Α. Επιμόρφωση υπηρετούντων εκπαιδευτικών
1. Περιεχόμενο επιμόρφωσης
Ø Γενική Παιδαγωγική κατάρτιση
Ø Γνώση περιεχομένου και διδακτική μεθοδολογία των επί μέρους γνωστικών αντικειμένων
Ø Διαχείριση προβλημάτων σχολικής τάξης (μαθησιακές δυσκολίες και προβλήματα συμπεριφοράς)
Ø Εισαγωγή των νέων τεχνολογιών (ΝΤ) στη μαθησιακή διαδικασία
Ø Η Σχολική Μονάδας ως υποτυπώδης κοινωνική μονάδα
2. Υλοποίηση επιμόρφωσης
Ø Μορφή και μέθοδος επιμόρφωσης
Ø Χρόνος επιμόρφωσης
Ø Φορέας επιμόρφωσης
Ø Υλικό επιμόρφωσης
Β. Επιμόρφωση νεοδιόριστων εκπαιδευτικών (Εισαγωγική Επιμόρφωση)
Βιβλιογραφία
-------------------------------------------------------------------------------------------------------

Εισαγωγή
Η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών σήμερα, λόγω των εξελίξεων στο χώρο της εκπαίδευσης διεθνώς, τείνει να εξελιχθεί σε ιδιαίτερο τομέα έρευνας των επιστημών της Αγωγής. Οι λόγοι που καθιστούν αναγκαία την επιμόρφωση μπορούν να συνοψιστούν κυρίως σε δύο παράγοντες: πρώτα στο γεγονός ότι η έρευνα για τη μάθηση και τη διδασκαλία τις δύο τελευταίες ιδιαίτερα δεκαετίες έχει αναδείξει πρακτικές που θα μπορούσαν να αναβαθμίσουν την εκπαίδευση στο σχολείο. Ο όρος «σύγχρονες αντιλήψεις για τα μαθησιακά περιβάλλοντα» επιγραμματικά περιγράφει περιβάλλοντα που ενθαρρύνουν την ενεργό συμμετοχή και την κοινωνική αλληλεπίδραση των μαθητών, την ανάπτυξη των μεταγνωστικών τους δεξιοτήτων και το σεβασμό των ατομικών τους διαφορών, τη σύνδεση της βιωματικής και της επιστημονικής γνώσης μέσα από την επίλυση προβλημάτων της καθημερινής τους ζωής, καθώς και την οργάνωση εξειδικευμένων διδακτικών προσεγγίσεων για την εκμάθηση συγκεκριμένου περιεχομένου στα πλαίσια των επί μέρους γνωστικών αντικειμένων. Ο δεύτερος λόγος που καθιστά αναγκαία την επιμόρφωση είναι η έκρηξη στον τομέα των Τεχνολογιών της Πληροφορίας και της Επικοινωνίας, που διαμορφώνει νέες δυνατότητες στη σχολική πράξη και θέτει πιεστικά την απαίτηση για αξιοποίησή τους στην εκπαίδευση.
Η εμπειρία μας δείχνει ότι παρά τις προσπάθειες επιμόρφωσης των τελευταίων ετών, ιδιαίτερα με την εισαγωγή των νέων σχολικών βιβλίων, η εκπαιδευτική πράξη απέχει αρκετά ακόμη από το να μπορέσει να αφομοιώσει και να εφαρμόσει τις πρακτικές και τις καινοτομίες που απαιτούν τα καινούρια εγχειρίδια, πολύ δε περισσότερο να εισάγει τη χρήση των Νέων Τεχνολογιών στη διδακτική πράξη. Θεωρούμε ότι μια από τις βασικές αιτίες είναι ο αποσπασματικός, ανοργάνωτος, μαζικός και ταχύρρυθμος τρόπος επιμόρφωσης, όπως επίσης και το γεγονός ότι αυτή η επιμόρφωση έγινε από εκπαιδευτές που δεν είχαν τα απαραίτητα προσόντα για να την πραγματοποιήσουν. Ένας άλλος λόγος είναι και η μη συμμετοχή των εκπαιδευτικών στη διαδικασία διαμόρφωσης των προγραμμάτων εκπαίδευσής τους. Είναι βέβαια γεγονός ότι οι προσπάθειες επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια έχουν ενταθεί με αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος να έχει παρακολουθήσει πολυάριθμα σεμινάρια, να έχει μετεκπαιδευτεί ή να διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών. Όμως, ο τρόπος υλοποίησης τέτοιων προγραμμάτων τις περισσότερες φορές δημιουργεί την εντύπωση πως αυτές αποβλέπουν περισσότερο στην παροχή πιστοποιητικών σπουδών για υπηρεσιακή χρήση και όχι στην υποστήριξη του εκπαιδευτικού έργου. Από την άλλη μεριά, επειδή από τη φύση της η εκπαιδευτική πράξη συνδυάζει εφαρμογή πρακτικών και αρχών που προέρχονται από διαφορετικά επιστημονικά πεδία (ψυχολογία, παιδαγωγική, κοινωνιολογία, γενική και ειδική διδακτική γνωστικών αντικειμένων, διαπολιτισμική εκπαίδευση..), η απουσία ενός σταθερού, συνεκτικού παιδαγωγικού και διδακτικού πλαισίου, που να ενσωματώνει γόνιμα όλες αυτές τις προτάσεις και προσεγγίσεις που προέρχονται από διαφορετικούς τομείς εμπλουτίζοντας το ήδη υπάρχον πλαίσιο, οδηγεί σε σύγχυση και αποπροσανατολισμό τους εκπαιδευτικούς. Το αποτέλεσμα είναι παρά τον μεγάλο αριθμό επιμορφώσεων η επίδρασή τους στην πράξη της διδασκαλίας να μένει σχετικά χαμηλή, χωρίς, δηλαδή, να συνοδεύεται με την αλλαγή των παραδοσιακών πρακτικών.

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2008

archani

Στο Αρχάνι πάει ο νους σου και χάνει. ξέρετε πού είναι;